ΓΛΑΥΚΩΜΑ

/ΓΛΑΥΚΩΜΑ

ΓΕΝΙΚΑ

Τι είναι το γλαύκωμα;

Με τον όρο γλαύκωμα αποκαλούμε ένα σύνολο παθήσεων του οφθαλμού, στις οποίες καταστρέφεται το οπτικό νεύρο και συνοδεύεται συνήθως από υψηλή ενδοφθάλμια πίεση. Το οπτικό νεύρο μεταφέρει πληροφορίες από το μάτι στον εγκέφαλο και καθώς αυτό καταστρέφεται προοδευτικά, ως συνέπεια της αυξημένης πίεσης εντός του οφθαλμού, η όραση επιδεινώνεται.

Η καταστροφή του οπτικού νεύρου προκαλεί από ομιχλώδη και ανομοιόμορφη όραση αρχικά περιφερικά μέχρι, σε τελικό στάδιο, ολοσχερή απώλεια της κεντρικής όρασης. Η ζημιά που προκαλεί το γλαύκωμα στην όραση και η καταστροφή του οπτικού νεύρου δεν είναι, δυστυχώς, αναστρέψιμη.

Ωστόσο, με έγκαιρη διάγνωση, προσεκτική παρακολούθηση και εφαρμογή των καινοτόμων θεραπειών που προσφέρει πλέον η επιστήμη της Οφθαλμολογίας, η εξέλιξη της ζημιάς στο οπτικό νεύρο μπορεί να αποτραπεί σε μεγάλο βαθμό και η μεγάλη πλειοψηφία των πασχόντων να διατηρήσει ικανοποιητικά επίπεδα όρασης για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Ο προληπτικός τακτικός έλεγχος, σώζει την όρασή μας!

glaucoma

ΠΟΣΑ ΕΙΔΗ ΓΛΑΥΚΩΜΑΤΟΣ ΥΠΑΡΧΟΥΝ;

Υπάρχουν τέσσερις κύριοι τύποι γλαυκώματος:

  • Πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας. Αποτελεί την πιο κοινή μορφή γλαυκώματος. Είναι, επίσης, γνωστό ως χρόνιο γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και συχνά αποκαλείται «σιωπηλός κλέφτης της όρασης», επειδή στα πρώιμα στάδια της νόσου δεν υπάρχουν προειδοποιητικά σημάδια, όπως πόνος, απώλεια όρασης ή άλλες ενδείξεις ότι κάτι πάει… στραβά. Λόγω της ύπουλης φύσης αυτής της ασθένειας και της καταστροφικής απώλειας όρασης που μπορεί να προκαλέσει ενόσω εξελίσσεται, είναι καλό να ελέγχεστε τακτικά προκειμένου να βεβαιώνεστε ότι δεν αναπτύσσετε πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας.
  • Πρωτοπαθές γλαύκωμα κλειστής γωνίας. Ο συγκεκριμένος τύπος συνδέεται με το κλείσιμο της γωνίας του εμπρόσθιου θαλάμου του οφθαλμού λόγω κυρίως ανατομικής ιδιομορφίας του ματιού, σε αντίθεση με την πιο κοινή μορφή γλαυκώματος, το πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας. Ειδικότερα, η ίριδα εμποδίζει την αποστράγγιση του υδατοειδούς υγρού από τον πρόσθιο θάλαμο του ματιού μέσω του διηθητικού ηθμού. Η τακτική παρακολούθηση σε οφθαλμίατρο, με μια ειδική εξέταση που λέγεται γωνιοσκοπία, μπορεί να αναγνωρίσει εγκαίρως υποψήφιους ασθενείς και να αποτρέψει το οξύ γλαύκωμα κλειστής γωνίας, που είναι ιδιαίτερα επώδυνο, με κατάλληλη επέμβαση ιριδοτομής με λέιζερ.
  • Δευτεροπαθές γλαύκωμα. Αναφέρεται στα γλαυκώματα που προκαλούνται από τρίτες αιτίες, όπως τραυματισμός, ενδοφθάλμιες φλεγμονές, διασπορά χρωστικής, ψευδοαποφωλιδοτικό υλικό, καθώς επίσης και σοβαρές περιπτώσεις καταρράκτη ή διαβήτη. Η αντιμετώπισή του εξαρτάται από το πρωτογενές αίτιο που προκάλεσε το δευτεροπαθές γλαύκωμα, καθώς και το βαθμό σοβαρότητάς του, το κατά πόσο δηλαδή είναι οξύ ή χρόνιο.
  • Παιδικό ή συγγενές γλαύκωμα. Πρόκειται για τύπο που σχηματίζεται κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής ενός παιδιού. Η εμφάνιση του γλαυκώματος σε μωρά και παιδιά σχεδόν πάντα οφείλεται σε αυξημένη πίεση εντός του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση).
65090913

ΑΙΤΙΑ

Τι προκαλεί το γλαύκωμα;

Το γλαύκωμα οφείλεται σε μια ανισορροπία στην παραγωγή και αποχέτευση του διαυγούς υδατοειδούς υγρού που γεμίζει τον πρόσθιο θάλαμο του ματιού (ο χώρος μεταξύ του κερατοειδούς και της ίριδας). Το υδατοειδές υγρό παράγεται καθημερινά από το ακτινωτό σώμα μέσα στο μάτι και αποχετεύεται από το διηθητικό ηθμό. Συνήθως, το γλαύκωμα προκύπτει ως συνέπεια απόφραξης της αποχετευτικής οδού (δοκιδωτό σύστημα) στον πρόσθιο θάλαμο, απ’ όπου το υδατοειδές υγρό κανονικά εξέρχεται από τον οφθαλμό.

Σε κάθε περίπτωση, η συγκέντρωση του υγρού αυξάνει επικίνδυνα την πίεση στο εσωτερικό του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση) και ειδικά επί των νευρικών ινών του οπτικού νεύρου, αποστερώντας το από οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά.Με την πάροδο του χρόνου και δίχως αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, η υψηλή ενδοφθάλμια πίεση προκαλεί μη αναστρέψιμη βλάβη του νεύρου και απώλεια όρασης.

Το δευτεροπαθές γλαύκωμα μπορεί να έχει ως πρωτογενή αιτία άλλες οφθαλμολογικές καταστάσεις, όπως οι όγκοι, αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, θρόμβωση της κεντρικής φλέβας ή αρτηρίας του αμφιβληστροειδούς, κακώσεις των ματιών, υπερώριμος καταρράκτης, καθώς και άλλες παθήσεις, όπως ο διαβήτης.

Στο παιδικό ή συγγενές γλαύκωμα, το σύστημα αποχέτευσης του οφθαλμού δεν αναπτύσσεται από το ξεκίνημα της ζωής, όπως θα έπρεπε, με συνέπεια τη συγκέντρωση υδατοειδούς υγρού και υψηλή ενδοφθάλμια πίεση. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις στις οποίες η νόσος εμφανίζεται σε ασθενείς με χαμηλή ενδοφθάλμια πίεση. Τότε κάνουμε λόγο για γλαύκωμα χαμηλής πιέσεως. Αντίθετα, μπορεί κάποιος να έχει πολύ υψηλή ενδοφθάλμια πίεση (πάνω από 22mmHg) και να μην έχει αναπτύξει ακόμη γλαύκωμα. Τότε κάνουμε λόγο για οφθαλμική υπερτονία, η οποία χωρίς αντιμετώπιση μετα από χρόνια μπορεί να οδηγήσει σε γλαύκωμα

65090913

ΑΙΤΙΑ

Τι προκαλεί το γλαύκωμα;

Το γλαύκωμα οφείλεται σε μια ανισορροπία στην παραγωγή και αποχέτευση του διαυγούς υδατοειδούς υγρού που γεμίζει τον πρόσθιο θάλαμο του ματιού (ο χώρος μεταξύ του κερατοειδούς και της ίριδας). Το υδατοειδές υγρό παράγεται καθημερινά από το ακτινωτό σώμα μέσα στο μάτι και αποχετεύεται από το διηθητικό ηθμό. Συνήθως, το γλαύκωμα προκύπτει ως συνέπεια απόφραξης της αποχετευτικής οδού (δοκιδωτό σύστημα) στον πρόσθιο θάλαμο, απ’ όπου το υδατοειδές υγρό κανονικά εξέρχεται από τον οφθαλμό.

Σε κάθε περίπτωση, η συγκέντρωση του υγρού αυξάνει επικίνδυνα την πίεση στο εσωτερικό του οφθαλμού (ενδοφθάλμια πίεση) και ειδικά επί των νευρικών ινών του οπτικού νεύρου, αποστερώντας το από οξυγόνο και θρεπτικά συστατικά.Με την πάροδο του χρόνου και δίχως αντιμετώπιση της κατάστασης αυτής, η υψηλή ενδοφθάλμια πίεση προκαλεί μη αναστρέψιμη βλάβη του νεύρου και απώλεια όρασης.

Το δευτεροπαθές γλαύκωμα μπορεί να έχει ως πρωτογενή αιτία άλλες οφθαλμολογικές καταστάσεις, όπως οι όγκοι, αποκόλληση του αμφιβληστροειδούς, θρόμβωση της κεντρικής φλέβας ή αρτηρίας του αμφιβληστροειδούς, κακώσεις των ματιών, υπερώριμος καταρράκτης, καθώς και άλλες παθήσεις, όπως ο διαβήτης.

Στο παιδικό ή συγγενές γλαύκωμα, το σύστημα αποχέτευσης του οφθαλμού δεν αναπτύσσεται από το ξεκίνημα της ζωής, όπως θα έπρεπε, με συνέπεια τη συγκέντρωση υδατοειδούς υγρού και υψηλή ενδοφθάλμια πίεση. Επίσης, έχουν παρατηρηθεί περιπτώσεις στις οποίες η νόσος εμφανίζεται σε ασθενείς με χαμηλή ενδοφθάλμια πίεση. Τότε κάνουμε λόγο για γλαύκωμα χαμηλής πιέσεως. Αντίθετα, μπορεί κάποιος να έχει πολύ υψηλή ενδοφθάλμια πίεση (πάνω από 22mmHg) και να μην έχει αναπτύξει ακόμη γλαύκωμα. Τότε κάνουμε λόγο για οφθαλμική υπερτονία, η οποία χωρίς αντιμετώπιση μετα από χρόνια μπορεί να οδηγήσει σε γλαύκωμα

Ποιοι είναι οι παράγοντες κινδύνου για το γλαύκωμα;

Στους παράγοντες που αυξάνουν την πιθανότητα εμφάνισης γλαυκώματος περιλαμβάνονται οι εξής:

  • Ηλικία. Ο κίνδυνος εμφάνισης γλαυκώματος αυξάνεται σημαντικά μετά την ηλικία των 40 ετών και συνεχίζει να αυξάνεται με κάθε επιπλέον δεκαετία. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι η γήρανση μπορεί να προκαλέσει συρρίκνωση ή στενότητα των διαύλων αποχέτευσης στο διηθητικό ηθμό.
  • Ιατρικά προβλήματα. Παθήσεις όπως ο διαβήτης, οι ημικρανίες, η χαμηλή αρτηριακή πίεση, οι καρδιαγγειακές παθήσεις και η χαμηλή πίεση του εγκεφαλονωτιαίου υγρού, αποτελούν παράγοντες κινδύνου για την εμφάνιση χρόνιου γλαυκώματος. Η παρατεταμένη χρήση στοματικών ή εισπνεόμενων στεροειδών σε υψηλές δόσεις αυξάνει την πιθανότητα ανάπτυξης της νόσου.
  • Οφθαλμικές ανωμαλίες. Τυχόν ανωμαλίες στις εσωτερικές δομές του οφθαλμού μπορεί να αποφράξουν το σύστημα αποχέτευσης του οφθαλμού προκαλώντας γλαύκωμα.
  • Φυλή. Το χρόνιο γλαύκωμα είναι τρεις έως τέσσερις φορές πιο συχνό στα άτομα αφρικανικής καταγωγής απ’ ότι στους καυκάσιους.
  • Κληρονομικότητα. Ο κίνδυνος εμφάνισης γλαυκώματος είναι τρεις έως τέσσερις φορές υψηλότερος εάν ένας ή περισσότεροι συγγενείς πρώτου βαθμού έχουν νοσήσει.
  • Τρόπος ζωής. Ο καθιστικός τρόπος ζωής χωρίς τακτική άσκηση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο για το γλαύκωμα, σύμφωνα με διεθνείς έρευνες. Το κάπνισμα, η πρόσληψη αλκοόλ και η παχυσαρκία αποτελούν επίσης παράγοντες κινδύνου για το γλαύκωμα.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

Πότε να επισκεφθώ τον οφθαλμίατρο μου;

Το χρόνιο γλαύκωμα δεν παρουσιάζει προειδοποιητικά συμπτώματα στα αρχικά στάδια του. Ο ασθενής δε νιώθει κάποιο πόνο και συχνά είναι ανυποψίαστος για τη ζημιά που έχει γίνει στο οπτικό του πεδίο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ζημιά προκαλείται στα περιφερικά τμήματα του οπτικού πεδίου, καθώς και ότι το ένα μάτι που συνήθως έχει λιγότερες βλάβες αντισταθμίζει για το άλλο, και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνεται σκοτώματα (τυφλά σημεία) μέχρι να είναι πολύ αργά.

Αντίθετα, το οξύ γλαύκωμα τείνει να είναι αρκετά οδυνηρό, λόγω της ξαφνικής ανόδου της ενδοφθάλμιας πίεσης. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν το να βλέπει ο ασθενής άλω γύρω από τις πηγές φωτός, την ερυθρότητα του ματιού, τη θολή όραση και, μερικές φορές, αδιαθεσία, έντονο πονοκέφαλο, ναυτία και εμετό.Στο παιδικό (συγγενές) γλαύκωμα σημειώνεται αύξηση του όγκου των ματιών και των κερατοειδών, ελάττωση της όρασης, ευαισθησία στο φως, ενώ τα μάτια δακρύζουν και κοκκινίζουν.

Applanation tonometry test for eye pressure.
Applanation tonometry test for eye pressure.

ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ

πότε να επισκεφθώ τον οφθαλμίατρο μου;

Το χρόνιο γλαύκωμα δεν παρουσιάζει προειδοποιητικά συμπτώματα στα αρχικά στάδια του. Ο ασθενής δε νιώθει κάποιο πόνο και συχνά είναι ανυποψίαστος για τη ζημιά που έχει γίνει στο οπτικό του πεδίο. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ζημιά προκαλείται στα περιφερικά τμήματα του οπτικού πεδίου, καθώς και ότι το ένα μάτι που συνήθως έχει λιγότερες βλάβες αντισταθμίζει για το άλλο, και αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να μην αντιλαμβάνεται σκοτώματα (τυφλά σημεία) μέχρι να είναι πολύ αργά.

Αντίθετα, το οξύ γλαύκωμα τείνει να είναι αρκετά οδυνηρό, λόγω της ξαφνικής ανόδου της ενδοφθάλμιας πίεσης. Τα συμπτώματα περιλαμβάνουν το να βλέπει ο ασθενής άλω γύρω από τις πηγές φωτός, την ερυθρότητα του ματιού, τη θολή όραση και, μερικές φορές, αδιαθεσία, έντονο πονοκέφαλο, ναυτία και εμετό.Στο παιδικό (συγγενές) γλαύκωμα σημειώνεται αύξηση του όγκου των ματιών και των κερατοειδών, ελάττωση της όρασης, ευαισθησία στο φως, ενώ τα μάτια δακρύζουν και κοκκινίζουν.

ΔΙΑΓΝΩΣΗ

Πώς γίνεται η διάγνωση του γλαυκώματος;

Η αξιολόγηση του ασθενή που πάσχει από γλαύκωμα περιλαμβάνει πλήρη, γενική οφθαλμολογική εξέταση, μέτρηση της πίεσης του ματιού και παχυμετρία, δηλαδή τη μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς.
Επίσης, περιλαμβάνει τη γωνιοσκοπία, δηλαδή την εξέταση του προσθίου θαλάμου του ματιού για να εξακριβωθεί αν είναι ανοιχτή, καθώς και επίσης βυθοσκόπηση και μελέτη της λειτουργίας του οπτικού νεύρου.
Αν υπάρχει υποψία γλαυκώματος, τότε γίνονται απεικονιστικές μελέτες του οπτικού νεύρου, όπως η ανάλυση του οπτικού πεδίου και η οπτική τομογραφία συνοχής (OCT). Η τελευταία αποτελεί μια νεότευκτη εξέταση, χάρη στην οποία γίνεται λεπτομερής χαρτογράφηση των οπισθίων δομών του οφθαλμού καθώς και του οπτικού νεύρου και μπορεί να ανιχνεύσει βλάβες πολύ πρώιμα.
Αν μέσα από αυτές τις εξετάσεις διαπιστωθεί ότι το οπτικό νεύρο και το οπτικό πεδίο είναι καθαρά και υπάρχει υψηλή ενδοφθάλμια πίεση τότε η διάγνωση μπορεί να είναι όχι γλαύκωμα αλλά απλή οφθαλμική υπερτονία, η οποία συνοδεύεται μεν από υψηλή ενδοφθάλμια πίεση, δίχως όμως γλαυκωματικές βλάβες στο οπτικό νεύρο.
Σε αυτήν την περίπτωση, γίνεται παρακολούθηση και μελέτη της επίπτωσης που έχει η οφθαλμική υπερτονία στο οπτικό νεύρο του ασθενή, κυρίως με οπτική τομογραφία συνοχής (OCT), η οποία ανιχνεύει βλάβες του οπτικού νεύρου πριν αυτές εμφανιστούν στην εξέταση του οπτικού πεδίου. Αν διαπιστωθεί ότι αρχίζει να προκαλεί ακόμη και ήπιες βλάβες του οπτικού νεύρου, τότε λαμβάνονται μέτρα για να υποχωρήσει η ενδοφθάλμια πίεση. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με πολλούς τρόπους, όπως η χορήγηση ειδικών σταγόνων για το μάτι ή μια επέμβαση με λέιζερ, που ονομάζεται Εκλεκτική Λέιζερ Τραμπεκουλοπλαστική (Selective Laser Trabeculoplasty – SLT).

Closeup of man pouring drops in her eyes

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Πώς αντιμετωπίζεται το γλαύκωμα;

Η ζημιά που προκαλείται στην όραση από το γλαύκωμα δεν είναι αναστρέψιμη. Γι’ αυτό και η θεραπεία εστιάζεται στην επιβράδυνση των επιπτώσεων της νόσου στο οπτικό νεύρο και την αποτροπή απώλειας της όρασης και οπτικού πεδίου. Όσο πιο έγκαιρα διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί το γλαύκωμα, τόσο περισσότερη μη αντιστρέψιμη ζημιά αποτρέπεται, διασφαλίζοντας ικανοποιητικά επίπεδα όρασης για το υπόλοιπο της ζωής του ασθενή.

Η αντιμετώπιση του γλαυκώματος έχει ως βασικό πυλώνα τη μείωση της πίεσης εντός του οφθαλμού. Ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα του γλαυκώματος, η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης μπορεί να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους, όπως:

  • Λήψη φαρμάκων υπό τη μορφή κολλυρίων. Η αντιμετώπιση του γλαυκώματος ξεκινά συνήθως με τη συνταγογράφηση ειδικών κολλυρίων (προσταγλανδίνες, βήτα αναστολείς, αναστολείς καρβονικής ανυδράσης, άλφα – αδρενεργικοί αναστολείς κ.λπ.), τα οποία συμβάλλουν στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Τα φάρμακα που λαμβάνονται από το στόμα για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης συνήθως χρησιμοποιούνται σαν τελευταία λύση, εφόσον αν η θεραπεία με κολλύρια είναι αναποτελεσματική ή αδύνατη λόγω τοπικής αλλεργίας.
  • Εκλεκτική Laser Τραμπεκουλοπλαστική (Selective Laser Trabeculoplasty – SLT). Είναι μια ελάχιστα επεμβατική μέθοδος που πραγματοποιείται στο ιατρείο του εξειδικευμένου Χειρουργού Οφθαλμιάτρου – Γλαυκωματολόγου και χρησιμοποιεί δεσμίδες λέιζερ για στοχεύσει ειδικά σημεία του διηθητικού ηθμού επιτυγχάνοντας τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης μέσω διευκόλυνσης της αποχέτευσης του υγρού.
  • Ενδοσκοπική κυκλοφωτοπηξία (Endocyclophotocoagulation – ECP). Μια επίσης ελάχιστα επεμβατική ενδοσκοπική μέθοδος που χρησιμοποιεί δεσμίδες λέιζερ για να μειώσει την πίεση εντός του ματιού μέσω αναστολής της παραγωγής του υγρού από το ακτινωτό σώμα.
  • Χειρουργική επέμβαση (Ασφαλής τραμπεκουλεκτομή, ένθεση βαλβίδων). Επιλέγεται για τις πιο προχωρημένες καταστάσεις γλαυκώματος.
  • Διασκληρική κυκλοφωτοπηξία. Χρησιμοποιεί δεσμίδες λέιζερ που εφαρμόζονται τοπικά στο ακτινωτό σώμα για να μειώσει την πίεση εντός του ματιού μέσω αναστολής της παραγωγής του υγρού από το ακτινωτό σώμα και αφορά κυρίως γλαυκώματα τελικού σταδίου.
Closeup of man pouring drops in her eyes

ΘΕΡΑΠΕΙΑ

Πώς αντιμετωπίζεται το γλαύκωμα;

Η ζημιά που προκαλείται στην όραση από το γλαύκωμα δεν είναι αναστρέψιμη. Γι’ αυτό και η θεραπεία εστιάζεται στην επιβράδυνση των επιπτώσεων της νόσου στο οπτικό νεύρο και την αποτροπή απώλειας της όρασης και οπτικού πεδίου. Όσο πιο έγκαιρα διαγνωστεί και αντιμετωπιστεί το γλαύκωμα, τόσο περισσότερη μη αντιστρέψιμη ζημιά αποτρέπεται, διασφαλίζοντας ικανοποιητικά επίπεδα όρασης για το υπόλοιπο της ζωής του ασθενή.

Η αντιμετώπιση του γλαυκώματος έχει ως βασικό πυλώνα τη μείωση της πίεσης εντός του οφθαλμού. Ανάλογα με το είδος και τη σοβαρότητα του γλαυκώματος, η μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης μπορεί να αντιμετωπιστεί με διάφορους τρόπους, όπως:

  • Λήψη φαρμάκων υπό τη μορφή κολλυρίων. Η αντιμετώπιση του γλαυκώματος ξεκινά συνήθως με τη συνταγογράφηση ειδικών κολλυρίων (προσταγλανδίνες, βήτα αναστολείς, αναστολείς καρβονικής ανυδράσης, άλφα – αδρενεργικοί αναστολείς κ.λπ.), τα οποία συμβάλλουν στη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης. Τα φάρμακα που λαμβάνονται από το στόμα για τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης συνήθως χρησιμοποιούνται σαν τελευταία λύση, εφόσον αν η θεραπεία με κολλύρια είναι αναποτελεσματική ή αδύνατη λόγω τοπικής αλλεργίας.
  • Εκλεκτική Laser Τραμπεκουλοπλαστική (Selective Laser Trabeculoplasty – SLT). Είναι μια ελάχιστα επεμβατική μέθοδος που πραγματοποιείται στο ιατρείο του εξειδικευμένου Χειρουργού Οφθαλμιάτρου – Γλαυκωματολόγου και χρησιμοποιεί δεσμίδες λέιζερ για στοχεύσει ειδικά σημεία του διηθητικού ηθμού επιτυγχάνοντας τη μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης μέσω διευκόλυνσης της αποχέτευσης του υγρού.
  • Ενδοσκοπική κυκλοφωτοπηξία (Endocyclophotocoagulation – ECP). Μια επίσης ελάχιστα επεμβατική ενδοσκοπική μέθοδος που χρησιμοποιεί δεσμίδες λέιζερ για να μειώσει την πίεση εντός του ματιού μέσω αναστολής της παραγωγής του υγρού από το ακτινωτό σώμα.
  • Χειρουργική επέμβαση (Ασφαλής τραμπεκουλεκτομή, ένθεση βαλβίδων). Επιλέγεται για τις πιο προχωρημένες καταστάσεις γλαυκώματος.
  • Διασκληρική κυκλοφωτοπηξία. Χρησιμοποιεί δεσμίδες λέιζερ που εφαρμόζονται τοπικά στο ακτινωτό σώμα για να μειώσει την πίεση εντός του ματιού μέσω αναστολής της παραγωγής του υγρού από το ακτινωτό σώμα και αφορά κυρίως γλαυκώματα τελικού σταδίου.

Η Εκλεκτική Laser Τραμπεκουλοπλαστική (Selective Laser Trabeculoplasty – SLT) είναι μια ελάχιστα επεμβατική μορφή χειρουργικής με λέιζερ που επιλέγεται όταν τα φάρμακα ή τα κολλύρια δεν μειώνουν επαρκώς την πίεση του οφθαλμού, προκαλούν σημαντικές παρενέργειες ή ακόμη πριν την έναρξη της χρήσης των κολλυρίων.
Ιδανικοί υποψήφιοι για αυτήν τη θεραπεία είναι οι ασθενείς με πρωτοπαθές γλαύκωμα ανοικτής γωνίας και οφθαλμική υπερτονία.
Κατά την Εκλεκτική Λέιζερ Τραμπεκουλοπλαστική μια δέσμη ακτίνων λέιζερ κατευθύνεται σε συγκεκριμένα κύτταρα στο αποχετευτικό σύστημα του οφθαλμού και τα ενεργοποιεί, ώστε να βελτιωθεί η λειτουργία του, να αποχετεύει καλύτερα το υδατοειδές υγρό και συνεπώς να υποχωρήσει η ενδοφθάλμια πίεση. Διαρκεί μόνο λίγα λεπτά, είναι ανώδυνη και μπορεί να πραγματοποιηθεί στο ιατρείο ενός εξειδικευμένου Χειρουργού Οφθαλμιάτρου – Γλαυκωματολόγου. Συνήθως, απαιτείται διάστημα ενός έως τριών μηνών για να φανούν τα αποτελέσματα της θεραπείας.
Η Εκλεκτική Λέιζερ Τραμπεκουλοπλαστική συχνά αποκαλείται “κρύο λέιζερ”. Ως επέμβαση, δεν παράγει ουλώδη ιστό, γι’ αυτό και μπορεί να επαναληφθεί και δεν έχει καθόλου πόνο.

Η Ενδοσκοπική κυκλοφωτοπηξία είναι μια νέα, ελάχιστα επεμβατική ενδοσκοπική μέθοδος, η οποία αξιοποιεί την τεχνολογία των ακτίνων λέιζερ. Με την ενδοσκοπική κυκλοφωτοπηξία μπορούμε να μειώσουμε την ανάγκη για κολλύρια σε ασθενείς με ήπιο έως μέτριο γλαύκωμα και να μειώσουμε την πίεση σε ασθενείς που έχουν πιο προχωρημένο γλαύκωμα και στους οποίους έχουν αποτύχει προηγούμενες χειρουργικές επεμβάσεις.
Η ενδοσκοπική κυκλοφωτοπηξία περιλαμβάνει τη χρήση μικροσκοπικής ενδοσκοπικής κάμερας τοποθετημένης στο εσωτερικό του ματιού που επιτρέπει τον ακριβή εντοπισμό της περιοχής που παράγει το υγρό μέσα στο μάτι. Στην περιοχή αυτή εφαρμόζεται απευθείας το λέιζερ, με συνέπεια να μειωθεί η παραγωγή υγρού στο μάτι κι επομένως η ενδοφθάλμια πίεση. Απευθύνεται σε ασθενείς, οι οποίοι έχουν προηγουμένως χειρουργηθεί για καταρράκτη και έχουν ενδοφακό στο μάτι που θα γίνει η εφαρμογή της φωτοπηξίας.

Η Τραμπεκουλεκτομή είναι μια χειρουργική επέμβαση κατά την οποία δημιουργείται μια νέα περιοχή αποχέτευσης εκτός του οφθαλμού για να αποστραγγιστεί το υδατοειδές υγρό που συγκεντρώνεται, προκαλώντας την επικίνδυνη αύξηση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Ειδικότερα, στον πρόσθιο θάλαμο του οφθαλμού υπάρχει ανατομικά μια περιοχή, η οποία λέγεται διηθητικός ηθμός, μέσω της οποίας αποχετεύεται το υδατοειδές υγρό που παράγεται εντός του οφθαλμού Όταν το υγρό παράγεται σε φυσιολογικούς ρυθμούς αλλά δεν αποχετεύεται σωστά δημιουργείται υψηλή πίεση μέσα στο μάτι.
Με την επέμβαση της τραμπεκουλεκτομής δημιουργείται ένα άνοιγμα και μια επικοινωνία μεταξύ του προσθίου θαλάμου κι ενός νέου θαλάμου που δημιουργούμε εξωτερικά, κάτω από το άνω βλέφαρο, ώστε να φεύγει το υγρό, το οποίο δεν αποχετεύεται σωστά.
Η ασφαλής τραμπεκουλεκτομή είναι μια βελτιωμένη μέθοδος τραμπεκουλεκτομής με εντυπωσιακά ποσοστά επιτυχίας, η οποία έχει αναπτυχθεί στο διεθνούς φήμης Οφθαλμολογικό Κέντρο Moorfields, στο Ηνωμένο Βασίλειο, με στόχο την επίλυση των βασικότερων προβλημάτων των ασθενών μετά το χειρουργείο: την απότομη πτώση της πίεσης στο μάτι και το κλείσιμο του νέου ανοίγματος για την αποχέτευση του υγρού εκτός οφθαλμού, λόγω της φυσικής τάσης του οργανισμού να επουλώνει κάθε τραύμα.
Οι ειδικοί στο Moorfields βρήκαν λύση στο εν λόγω πρόβλημα με τη χρήση ειδικών εσωτερικών ραμμάτων που τοποθετούνται κατά την επέμβαση, τα οποία παραμένουν μετά το χειρουργείο και λειτουργούν ως ρυθμιστικοί παράγοντες του τεχνητού ανοίγματος που έχει δημιουργηθεί στον πρόσθιο θάλαμο του ματιού.
Με άλλα λόγια, λύνοντας τα ράμματα μετεγχειρητικά ανάλογα με την πίεση του ματιού μπορούμε να ρυθμίζουμε την ενδοφθάλμια πίεση στα επιθυμητά επίπεδα αποφεύγοντας ταυτόχρονα τις πολύ χαμηλές πιέσεις αλλά και τις πιέσεις που υπερβαίνουν το στόχο.
Η πίεση δεν πρέπει να υποχωρεί σε πολύ χαμηλά επίπεδα μετά το χειρουργείο, ένα γνωστό πρόβλημα μετά από τις παραδοσιακές επεμβάσεις τραμπεκουλεκτομής, καθώς η απότομη πτώση της προκαλεί σοκ στο μάτι και καταλήγει να είναι εξίσου βλαπτική για το οπτικό νεύρο με την υψηλή πίεση.
Έτσι, μετά το χειρουργείο διατηρούμε την πίεση σε επίπεδα ανάλογα με την επιθυμητή πίεση – στόχο που είχαμε ορίσει πριν το χειρουργείο με σκοπό την παρεμπόδιση της περαιτέρω γλαυκωματικής βλάβης του οπτικού νεύρου.
Παράλληλα, κατά τη διάρκεια του χειρουργείου και μετεγχειρητικά εισάγονται εντός της νέας αποχετευτικής φυσαλίδας κάτω από το άνω βλέφαρο αντιμιτωτικοί παράγοντες, οι οποίοι επιβραδύνουν τη διαδικασία της επούλωσης κι εμποδίζουν το κλείσιμο της νέας αποχετευτικής οδού που δημιουργήθηκε τεχνητά με την επέμβαση.
Στόχος είναι η διατήρηση μιας σταθερής πίεσης σε ικανοποιητικά για το συγκεκριμένο ασθενή επίπεδα για το διάστημα των τριών πρώτων μηνών μετά την επέμβαση της τραμπεκουλεκτομής, που είναι όσο διαρκεί η αποθεραπεία και η συστηματική παρακολούθηση. Μετά τους τρεις πρώτους μήνες ολοκληρώνεται η άμεση μετεγχειρητική παρακολούθηση και επεμβατικότητα.
Με αυτόν τον τρόπο, η τραμπεκουλεκτομή καθίσταται ασφαλής και με υψηλά ποσοστά επιτυχίας.

Τα τελευταία χρόνια, η ιατρική τεχνολογία στο πεδίο της Οφθαλμολογίας – Γλαυκωματολογίας έχει σημειώσει σημαντική εξέλιξη διαθέτοντας στους Χειρουργούς Οφθαλμιάτρους μια ευρεία γκάμα εμφυτευμάτων για την αντιμετώπιση όλων των τύπων γλαυκώματος, ακόμα και των πιο σοβαρών.
Ένας τύπος εξελιγμένων εμφυτευμάτων είναι λεγόμενες βαλβίδες γλαυκώματος δηλαδή τεχνητές πλαστικές συσκευές εξωτερικής παροχέτευσης. Με τη βοήθειά τους παρακάμπτεται ο δυσλειτουργικός διηθητικός ηθμός, με συνέπεια το υδατοειδές υγρό του ματιού να βρίσκει νέα διέξοδο και να αποχετεύεται ομαλά έξω από το μάτι σε ειδική φυσαλίδα που δημιουργείται κάτω από το άνω βλέφαρο. Κάποιες περιέχουν μια ευαίσθητη εσωτερική βαλβίδα που περιορίζει τη ροή του υγρού.
Υπάρχουν δύο βασικοί τύποι βαλβίδων:

  • Ahmed και
  • Baerveldt

Ανάλογα με τις ιδιαιτερότητες που έχει το γλαύκωμα του κάθε ασθενή, επιλέγεται το κατάλληλο είδος βαλβίδας.
Οι βαλβίδες παράπλευρης αποχέτευσης απευθύνονται σε ασθενείς με μη ελεγχόμενο γλαύκωμα, στους οποίους έχουν αποτύχει ήδη προηγούμενα χειρουργεία γλαυκώματος αλλά και σε ασθενείς στους οποίους η κλασική τραμπεκουλεκτομή έχει, για διάφορους λόγους, χαμηλές πιθανότητες επιτυχίας.

Τα τελευταία χρόνια συντελείται μια επανάσταση στη Χειρουργική Γλαυκώματος με την ανάπτυξη ελάχιστα επεμβατικών τεχνικών. Προτεραιότητα στις μικροχειρουργικές αυτές επεμβάσεις είναι η ασφάλεια των ασθενών. Ενόσω δεν υπάρχει καμία χειρουργική επέμβαση χωρίς κίνδυνο, οι τεχνικές ελάχιστα επεμβατικής μικροχειρουργικής γλαυκώματος παρέχουν βελτιωμένη ασφάλεια, ενώ συνήθως εξασφαλίζουν ήπια έως μέτρια μείωση της ενδοφθάλμιας πίεσης.
Οι τεχνικές αυτές λειτουργούν είτε βελτιώνοντας την αποχέτευση του υδατοειδούς υγρού χρησιμοποιώντας το μικροκαθετηρες τιτανίου (istent) στο επίπεδο του διηθητικού ηθμού, είτε αποχετεύοντας το υγρό στο εξωτερικό του οφθαλμού (π.χ. XEN Gel Stent) ή μειώνοντας την παραγωγή του υγρού μέσα στο μάτι (π.χ. Ενδοσκοπική Κυκλοφωτοπηξία).
Παρόλο που οι ελάχιστα επεμβατικές αυτές μικροχειρουργικές τεχνικές δεν πρόκειται να αντικαταστήσουν ή να εξαλείψουν την παραδοσιακή χειρουργική επέμβαση γλαυκώματος, έχουν μειώσει σημαντικά τον αριθμό των ασθενών που χρειάζονται αυτές τις πιο επεμβατικές χειρουργικές τεχνικές για τον έλεγχο της ενδοφθάλμιας πίεσής τους.
Η Ελάχιστα Επεμβατική Χειρουργική Γλαυκώματος εξελίσσεται συνέχεια, ενισχύοντας περαιτέρω το οπλοστάσιό μας κατά της νόσου.
Η συνεχής αυτή εξέλιξη περιλαμβάνει τη χρήση νέων, καινοτόμων εμφυτευμάτων, προηγμένης τεχνολογίας, τα οποία αναμένεται σύντομα να είναι διαθέσιμα και στην Ελλάδα.
Η Χειρουργός – Οφθαλμίατρος, Νάσια Σ. Κουμουκέλη, έχει εκπαιδευτεί εκτενώς στη χρήση των προηγμένων αυτών εμφυτευμάτων στη Μεγάλη Βρετανία και με την άφιξή τους στην Ελλάδα ηγείται της τεχνολογικής επανάστασης στην αντιμετώπιση του γλαυκώματος.

ΓΛΑΥΚΩΜΑ ΚΑΙ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΟΔΗΓΗΣΗΣ

Η ασφαλής οδήγηση απαιτεί καθαρή κεντρική όραση και επαρκή περιφερική όραση. Το γλαύκωμα συνήθως οδηγεί σε απώλεια του περιφερικού οπτικού πεδίου, κάτι που με τη σειρά του έχει επιπτώσεις στην ικανότητα του ασθενή να οδηγεί με ασφάλεια στους δρόμους.
Οι επιπτώσεις του γλαυκώματος στην οδηγητική ικανότητα γίνονται αντιληπτές με τη μορφή περιφερικών νεφελωμάτων, κακής νυχτερινής όρασης και μειωμένης ικανότητας αντίληψης των φωτεινών αντιθέσεων.
Το γλαύκωμα εμφανίζεται συνήθως στην ίδια ηλικιακή ομάδα με τον καταρράκτη, οπότε η δυσκολία στην οδήγηση μπορεί να είναι συνέπεια συνδυασμού και των δυο αυτών οφθαλμολογικών παθήσεων.
Σύμφωνα με επιστημονικές μελέτες, υπάρχουν διάφορα προβλήματα που σχετίζονται με μέτρια απώλεια περιφερικών οπτικών πεδίων ως συνέπεια του γλαυκώματος.
Όσοι έχουν υποστεί απώλεια του οπτικού τους πεδίου από το γλαύκωμα διατρέχουν τον κίνδυνο να έχουν βραδύτερη αντίδραση σε τυχόν αλλαγές των οδηγητικών συνθηκών.
Γι’ αυτό, όσοι πάσχουν από γλαύκωμα είναι σημαντικό να συμβουλεύονται τον/ην Οφθαλμίατρό τους και να ελέγχουν τακτικά το οπτικό τους πεδίο προκειμένου να διασφαλίζουν ότι μπορούν να οδηγούν με ασφάλεια.

Κλείστε τώρα ραντεβού online
ή επικοινωνήστε μαζί μας.